ΕΛ/ΛΑΚ | creativecommons.gr | mycontent.ellak.gr |
freedom

Πνευματικά δικαιώματα σε κώδικα παραγόμενο από LLM: μπορεί ο «vibe code» να αδειοδοτηθεί ως Ελεύθερο Λογισμικό;

Τα τελευταία χρόνια η χρήση των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων (Large Language Models – «LLM») έχει εκτοξευθεί, μεταξύ άλλων και στη συγγραφή πηγαίου κώδικα. Όσο όμως εξαπλώνεται, τόσο πιεστικότερα γίνονται και τα νομικά ερωτήματα: όταν τον κώδικα τον παράγει ένα LLM, προστατεύεται από πνευματική ιδιοκτησία; Και αν ναι, σε ποιον ανήκουν τα δικαιώματα;

Οι απαντήσεις έχουν άμεση πρακτική σημασία για κάθε προγραμματίστρια και προγραμματιστή, γιατί το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του νομικού πλαισίου πάνω στο οποίο στηρίζεται το Ελεύθερο Λογισμικό. Στο άρθρο αυτό εξηγούμε πώς επηρεάζει το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας τη δυνατότητά σας να δημιουργείτε Ελεύθερο Λογισμικό όταν γράφετε προγράμματα με τη βοήθεια LLM, παρουσιάζοντας αναλυτικά τις νομικές αρχές και τις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν το μηχανικά παραγόμενο περιεχόμενο.

Πνευματική ιδιοκτησία και αδειοδότηση στο Ελεύθερο Λογισμικό

Η πνευματική ιδιοκτησία είναι μια νομική κατασκευή που απονέμει σε ένα πρόσωπο αποκλειστικά δικαιώματα πάνω σε ένα δημιουργικό έργο: μόνο ο δικαιούχος μπορεί να το αναπαραγάγει, να διαθέσει αντίγραφα σε τρίτους και να το τροποποιήσει. Το δικαίωμα αυτό γεννιέται αυτοδικαίως και ανήκει στον αρχικό δημιουργό από τη στιγμή ακριβώς που δημιουργείται το έργο — άρα και στους προγραμματιστές από τη στιγμή που γράφουν τον κώδικά τους.

Η πνευματική ιδιοκτησία έχει ωστόσο ένα μειονέκτημα: καθιστά το λογισμικό εξ ορισμού μη διαμοιράσιμο. Για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο, χρησιμοποιείται η άδεια χρήσης, η οποία ορίζει τους όρους υπό τους οποίους ο δικαιούχος επιτρέπει σε άλλους να χρησιμοποιήσουν το λογισμικό. Όταν η άδεια είναι διατυπωμένη έτσι ώστε να εξασφαλίζει στον αποδέκτη τις τέσσερις ελευθερίες, τότε μιλάμε για άδεια Ελεύθερου Λογισμικού.

Αν ένα λογισμικό δεν προστατεύεται από πνευματική ιδιοκτησία, τότε δεν υπάρχουν δικαιώματα πάνω του και ανήκει στον δημόσιο τομέα (public domain). Αυτό σημαίνει επίσης ότι κανείς δεν μπορεί να του επιβάλει όρους αδειοδότησης — ούτε καν όρους copyleft, οι οποίοι διασφαλίζουν ότι οι τέσσερις ελευθερίες θα διατηρηθούν σε κάθε μεταγενέστερη διανομή και σε κάθε παράγωγο έργο.

Η προστασία αφορά μόνο την υλοποίηση

Όταν ένα έργο που παραδοσιακά το φτιάχνουν άνθρωποι το παράγει μια μηχανή, οι κλασικές αρχές της πνευματικής ιδιοκτησίας δυσκολεύονται να το χωρέσουν. Ο λόγος είναι ότι η προστασία καλύπτει τη δημιουργική υλοποίηση και τη συγκεκριμένη έκφραση μιας ιδέας, όχι την ίδια την ιδέα — και τα πράγματα περιπλέκονται όταν την υλοποίηση την αναλαμβάνει μηχανή.

Η παραδοχή στην οποία στηρίζεται το δίκαιο είναι ότι το δύσκολο κομμάτι είναι ακριβώς η υλοποίηση, δηλαδή το πέρασμα από την ιδέα στο ολοκληρωμένο έργο· γι’ αυτό και σε αυτήν απονέμεται νομική προστασία. Η ιδέα «λιοντάρια που παίζουν κατά προσέγγιση τον Άμλετ» δεν προστατεύεται· η υλοποίησή της με τη μορφή της ταινίας «Ο Βασιλιάς των Λιονταριών» προστατεύεται. Στη νομική ορολογία, ο διαχωρισμός αυτός ανάμεσα σε όσα καλύπτονται και σε όσα δεν καλύπτονται είναι γνωστός ως διχοτομία ιδέας–έκφρασης (idea-expression dichotomy).

Η διχοτομία αυτή έχει μια σημαντική συνέπεια: η πνευματική ιδιοκτησία νοείται παραδοσιακά ως κάτι που υπάρχει μόνο για έργα ανθρώπινης δημιουργίας και ανήκει μόνο σε ανθρώπους. Μέχρι πρόσφατα, άλλωστε, τη δημιουργική υλοποίηση δεν μπορούσε να την εκτελέσει παρά μόνο άνθρωπος. Τα παραγωγικά LLM ανατρέπουν αυτή τη ροή, καθώς πλέον —τουλάχιστον όταν το έργο παράγεται εξ ολοκλήρου από το μοντέλο— ο άνθρωπος συνεισφέρει απλώς την ιδέα, ενώ η υλοποίηση και η έκφρασή της γίνονται από τη μηχανή.

Παρά την ανατροπή αυτή, το δίκαιο σε πολλές χώρες παραμένει σε γενικές γραμμές σαφές: δικαιούχος μπορεί να είναι μόνο άνθρωπος, και η προστασία εκτείνεται μόνο σε ό,τι δημιούργησε άνθρωπος.

Δημιουργός μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο

Η αρχή ότι μόνο ένας άνθρωπος —ένα «φυσικό πρόσωπο»— μπορεί να θεωρηθεί δημιουργός διατρέχει ιστορικά το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας. Χαρακτηριστικά, το Γραφείο Πνευματικής Ιδιοκτησίας των ΗΠΑ (US Copyright Office) σημείωνε ήδη από το 1965:

«Το κρίσιμο ερώτημα φαίνεται να είναι αν το “έργο” είναι κατά βάση έργο ανθρώπινης δημιουργίας, με τον υπολογιστή να λειτουργεί απλώς ως βοηθητικό εργαλείο, ή αν τα παραδοσιακά στοιχεία της δημιουργίας —λογοτεχνική, καλλιτεχνική ή μουσική έκφραση, στοιχεία επιλογής και διάταξης κ.λπ.— συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν όχι από άνθρωπο αλλά από μηχανή.»

Η θέση αυτή δεν έχει αλλάξει έκτοτε. Τον Ιανουάριο του 2025 το ίδιο Γραφείο δημοσίευσε έκθεση που την επιβεβαιώνει, ακόμη και υπό το φως των τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρότι λείπει προς το παρόν εναρμονισμένη, ειδική νομοθεσία σε όλα τα κράτη μέλη, οι ενδείξεις είναι ισχυρές: στην ΕΕ η πνευματική ιδιοκτησία δεν καλύπτει έργα που παράγονται αμιγώς από LLM, και δημιουργός μπορεί να θεωρηθεί μόνο φυσικό πρόσωπο. Αυτό προέκυψε από τα αποτελέσματα ερωτηματολογίου πολιτικής που διεξήγαγε το Συμβούλιο της ΕΕ το 2024 για τη σχέση τεχνητής νοημοσύνης και πνευματικής ιδιοκτησίας: η πλειονότητα των κρατών μελών έκρινε ότι οι αρχές που ήδη ισχύουν, ενωσιακά και εθνικά, καλύπτουν επαρκώς το ζήτημα.

Πιο συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη αναγνώρισαν ότι ένα έργο που παράγεται εξ ολοκλήρου από LLM δεν μπορεί να προστατευθεί, ενώ ένα έργο που παράγεται εν μέρει από LLM μπορεί — αρκεί να αποδειχθεί ότι η ανθρώπινη συμβολή στη δημιουργική διαδικασία ήταν ουσιώδης. Η θέση αυτή συμπίπτει με εκείνη του αμερικανικού Γραφείου.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η νομολογία, τόσο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) όσο και των εθνικών δικαστηρίων. Το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει σε σειρά υποθέσεων ότι, για να γίνει λόγος για δημιουργό και για προστασία, το έργο πρέπει να αποτελεί έκφραση της πνευματικής δημιουργίας φυσικού προσώπου. Με άλλα λόγια, το έργο πρέπει να αντανακλά την προσωπικότητα του δημιουργού, υπό την έννοια ότι ο δημιουργός μπόρεσε να εκφράσει τις δημιουργικές του ικανότητες κάνοντας ελεύθερες και δημιουργικές επιλογές κατά την παραγωγή του.

Σε εθνικό επίπεδο, το Δημοτικό Δικαστήριο της Πράγας έκρινε το 2023, εξετάζοντας ειδικά τη χρήση LLM, ότι το έργο πρέπει να είναι το μοναδικό αποτέλεσμα της δημιουργικής δραστηριότητας ενός φυσικού προσώπου. Όποιος δεν μπορεί να αποδείξει ότι μια εικόνα παραγόμενη από LLM οφείλεται στη δική του μοναδική δημιουργική συμβολή, δεν μπορεί να αξιώσει την ιδιότητα του δημιουργού.

Πιο πρόσφατα, το Πρωτοδικείο του Μονάχου απέρριψε αγωγή που αφορούσε τρία λογότυπα, κρίνοντας ότι το πρόσωπο που τα έφτιαξε με LLM δεν μπορούσε να τα διεκδικήσει ως δικό του έργο. Ακολουθώντας το σκεπτικό του ΔΕΕ και του δικαστηρίου της Πράγας, έθεσε ως κρίσιμο κριτήριο το αν η προσωπική δημιουργική εργασία του φυσικού προσώπου αποτυπώνεται άμεσα στο τελικό αποτέλεσμα, παρά τον αυτοματοποιημένο χαρακτήρα της διαδικασίας. Το δικαστήριο δεν απέκλεισε πάντως γενικά την προστασία έργων παραγόμενων ή υποβοηθούμενων από LLM· έκρινε μόνο ότι τα συγκεκριμένα λογότυπα δεν προστατεύονταν.

Κοινό κτήμα και βαθμός ανθρώπινης συμβολής

Από τις αρχές αυτές προκύπτει ότι όσα παράγονται εξ ολοκλήρου από LLM δεν προστατεύονται, αφού δεν έχουν ανθρώπινο δημιουργό, και συνεπώς ανήκουν εξ ορισμού στο κοινό κτήμα— όπως επιβεβαιώνει και πανευρωπαϊκή μελέτη που ανατέθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Το σχήμα αυτό είναι όμως υπερβολικά απλουστευτικό, όσο κι αν συμφωνούν πάνω του οι περισσότερες χώρες. Στην πράξη, το υλικό που παράγει ένα LLM αποτελεί συχνά μόνο ένα μέρος του έργου· το υπόλοιπο το βάζει ο άνθρωπος. Και εκεί ακριβώς η νομοθεσία δείχνει να μην είναι αρκετά σαφής: τι γίνεται όταν τα LLM χρησιμοποιούνται μαζί με ανθρώπινες συνεισφορές — και ειδικότερα, τι γίνεται με τον πηγαίο κώδικα.

Δύο εξαιρέσεις: Ηνωμένο Βασίλειο και Ιρλανδία

Δεν δέχονται πάντως όλες οι χώρες ότι προστατεύονται μόνο τα έργα φυσικών προσώπων. Εκτός ΕΕ, στο Ηνωμένο Βασίλειο, το άρθρο 9(3) του Copyright, Designs and Patents Act του 1988 ορίζει ότι:

«Στην περίπτωση λογοτεχνικού, δραματικού, μουσικού ή καλλιτεχνικού έργου που παράγεται από υπολογιστή, δημιουργός θεωρείται το πρόσωπο που προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για τη δημιουργία του έργου.»

Στο βρετανικό πλαίσιο, επομένως, κάθε δημιουργικό έργο έχει υποχρεωτικά κάποιον δημιουργό, ανεξάρτητα από το πόσο —ή αν— συνέβαλε άνθρωπος στη δημιουργία του. Η διάταξη γράφτηκε ωστόσο πολύ πριν από τις σημερινές τεχνολογικές εξελίξεις, και η εφαρμογή της σε περιεχόμενο παραγόμενο από LLM δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί στα δικαστήρια.

Ανάλογη ρύθμιση έχει και η Ιρλανδία, στο άρθρο 21(στ) του Copyright and Related Rights Act 2000, το οποίο αποδίδει την ιδιότητα του δημιουργού και τα δικαιώματα, «στην περίπτωση έργου παραγόμενου από υπολογιστή, στο πρόσωπο που προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για τη δημιουργία του έργου». Ως κράτος μέλος της ΕΕ, η Ιρλανδία βρίσκεται έτσι σε αναντιστοιχία με τη γενική ενωσιακή θέση που απαιτεί ανθρώπινη δημιουργική συμβολή.

Τι μας διδάσκουν οι αμερικανικές υποθέσεις για τα «υποβοηθούμενα» έργα

Χρήσιμη καθοδήγηση μπορούμε πάντως να αντλήσουμε από νομοθεσία και νομολογία που ασχολήθηκαν με δημιουργίες υποβοηθούμενες από μηχανές ή από τρίτους. Εδώ η αμερικανική νομολογία βοηθά να διαμορφώσουμε αρχές για το τι συνιστά προστατεύσιμο δημιουργικό στοιχείο όταν εμπλέκεται νέα τεχνολογία.

Η προστασία της φωτογραφίας, λόγου χάρη, συζητήθηκε έντονα όταν η φωτογραφική μηχανή ήταν ακόμη νέα εφεύρεση. Σε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ του 1884 (Burrow-Giles) υποστηρίχθηκε ότι οι φωτογραφίες, ως προϊόντα μηχανής, στερούνται της απαιτούμενης ανθρώπινης δημιουργίας.

Το δικαστήριο έκρινε αντιθέτως ότι η λήψη μιας φωτογραφίας προϋποθέτει σειρά επιλογών εκ μέρους του φωτογράφου: την επιλογή και τη διάταξη των αντικειμένων μέσα στο κάδρο, τη στάση του θέματος και όσες ακόμη αποφάσεις υπηρετούν την έκφραση ή το συναίσθημα που επιδιώκεται — και μόνο μετά έρχεται η μηχανή για να αποτυπώσει την εικόνα. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, από τη στιγμή που ο φωτογράφος έχει κάνει τις επιλογές του,

«το υπόλοιπο της διαδικασίας είναι απλώς μηχανικό, χωρίς περιθώριο για πρωτοτυπία, επινόηση ή εφευρετικότητα. Πρόκειται απλώς για τη χειρωνακτική λειτουργία, μέσω αυτών των οργάνων και παρασκευασμάτων, της μεταφοράς στην πλάκα της ορατής απεικόνισης ενός υπαρκτού αντικειμένου, με τη μεγαλύτερη αξία της απεικόνισης να είναι η ακρίβειά της.»

Το δικαστήριο απέρριψε δηλαδή το επιχείρημα ότι η φωτογραφία, ως προϊόν μηχανής, στερείται ανθρώπινης δημιουργίας: η χρήση μηχανής δεν αναιρεί από μόνη της την προστασία. Το έργο προστατεύεται εφόσον περιέχει επαρκή εκφραστικά στοιχεία ανθρώπινης προέλευσης. Και επειδή η συμβολή της μηχανής στην παραγωγή της εικόνας ήταν καθαρά μηχανική και τυποποιημένη, η δημιουργική της συνεισφορά περιοριζόταν στο ελάχιστο — σχεδόν το σύνολο της δημιουργίας ανήκε στον άνθρωπο που τράβηξε τη φωτογραφία.

Μια δεύτερη σημαντική αρχή προκύπτει από απόφαση του Εφετείου του Τρίτου Κυκλώματος των ΗΠΑ του 1991 (Andrien). Η υπόθεση αφορούσε τα δικαιώματα πάνω σε μια συλλογή χαρτών, την οποία ο ενάγων είχε αναθέσει σε τυπογράφο να αναπροσαρμόσει σε κλίμακα και να εκτυπώσει. Ο ενάγων υποστήριξε ότι είχε καθοδηγήσει ρητά και λεπτομερώς την προετοιμασία των αντιτύπων, ώστε η συλλογή χρειαζόταν μια απλή, μηχανική διαδικασία για να αποκτήσει την τελική της μορφή. Επειδή ο τυπογράφος δεν μετέβαλε την ουσία της αρχικής έκφρασης, το δικαστήριο έκρινε ότι δημιουργός ήταν εξ ολοκλήρου ο ενάγων, ως:

«το πρόσωπο που μετατρέπει μια ιδέα σε έκφραση ενσωματωμένη σε αντίτυπο, είτε το ίδιο είτε εξουσιοδοτώντας άλλον να ενσωματώσει την έκφραση σε αντίτυπο.»

Το δικαστήριο έσπευσε ωστόσο να θέσει όρια στον ορισμό αυτό. Όπως και στην Burrow-Giles, μια διαδικασία τυποποιημένη ή μηχανική, που δεν απαιτεί πνευματική επεξεργασία ή ιδιαίτερα τεχνική παρέμβαση, δεν λογίζεται ως συμβολή δημιουργού.

Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ εξέτασε επίσης το πόση δημιουργική συμβολή χρειάζεται. Στην υπόθεση Community for Creative Non-Violence v Reid (CCNV), μια μη κερδοσκοπική οργάνωση παρήγγειλε ένα γλυπτό δίνοντας στον γλύπτη λεπτομερείς οδηγίες για τη μορφή του. Οι δύο πλευρές ήρθαν τελικά σε ρήξη για το ποιος έπρεπε να θεωρηθεί νόμιμος δημιουργός. Απονέμοντας την ιδιότητα αυτή στον γλύπτη, το δικαστήριο επανέλαβε ότι δημιουργός είναι εκείνος που μετατρέπει την ιδέα σε σταθερή, υλική έκφραση.

Όταν η υπόθεση αναπέμφθηκε, το κατώτερο δικαστήριο διευκρίνισε ότι η παραγγελία του γλυπτού και η παροχή λεπτομερών οδηγιών συνιστούσαν μόνο ιδέες — και οι ιδέες, βάσει της διχοτομίας ιδέας–έκφρασης, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν την ιδιότητα του δημιουργού.

Η κοινή γραμμή που διατρέχει τις υποθέσεις αυτές είναι η διάκριση ανάμεσα στη μηχανή ως εργαλείο που υποβοηθεί τη δημιουργία και στη μηχανή ως υποκατάστατο της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Από τις τρεις αποφάσεις συγκρατούμε τρεις αρχές, χρήσιμες για την ανάλυση της χρήσης LLM:

  • Η χρήση μηχανής για τη δημιουργία ενός έργου δεν αναιρεί την προστασία υπέρ του ανθρώπου δημιουργού (Burrow-Giles).
  • Όταν κάποιος αναθέτει σε άλλον, ή χρησιμοποιεί κάτι, για να εκτελέσει την ήδη διαμορφωμένη έκφρασή του, εκείνος που εκτελεί δεν αποκτά αξίωση επί της δημιουργίας, εφόσον η διαδικασία δεν απαιτεί πνευματική επεξεργασία ή ιδιαίτερα τεχνική παρέμβαση (Andrien).
  • Οι λεπτομερείς οδηγίες προς τρίτον για τη δημιουργία ενός έργου αποτελούν παροχή ιδεών, που δεν προστατεύονται· όποιος δίνει τις οδηγίες δεν έχει συνεισφέρει αρκετά ώστε να θεωρηθεί δημιουργός (CCNV).

Ορισμένα χαρακτηριστικά της δουλειάς με LLM θέτουν ακριβώς αυτό το ερώτημα: αρκεί η ανθρώπινη συμβολή για να θεμελιωθεί η ιδιότητα του δημιουργού; Οι παραπάνω αρχές μας βοηθούν να το προσεγγίσουμε.

Οι προτροπές από μόνες τους δεν αρκούν

Όσοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει ανθρώπινη δημιουργία στα έργα των LLM επικαλούνται συχνά τις προτροπές (prompts), παρομοιάζοντας το prompting με παραγγελία έργου ή με οδηγίες προς καλλιτέχνη. Η άποψη αυτή δεν βρίσκει όμως έρεισμα στη νομολογία και στις γενικές αρχές του δικαίου: οι προτροπές δεν εξασφαλίζουν τόσο ανθρώπινο έλεγχο ώστε ο χρήστης ενός εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης να αναγνωριστεί ως δημιουργός του αποτελέσματος. Όπως και οι λεπτομερείς οδηγίες προς τον γλύπτη στην CCNV, οι προτροπές είναι στην ουσία οδηγίες που μεταφέρουν ιδέες — και οι ιδέες δεν καλύπτονται από το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Σημειώνουμε παρενθετικά ότι οι ίδιες οι προτροπές μπορεί να προστατεύονται, εφόσον είναι αρκετά δημιουργικές ώστε να ξεπερνούν το κατώφλι της πρωτοτυπίας. Ακόμη όμως και τότε, παραμένουν οντότητα χωριστή και ανεξάρτητη από το αποτέλεσμα που παράγουν.

Το αμερικανικό Γραφείο Πνευματικής Ιδιοκτησίας επισημαίνει επιπλέον τρεις κρίσιμες διαφορές ανάμεσα στο prompting και στην παραγγελία ενός έργου:

Δυνατότητα συμμετοχής στη δημιουργική διαδικασία. Σε μια παραγγελία μεταξύ ανθρώπων, ο εντολέας μπορεί να εποπτεύει, να κατευθύνει και να παρακολουθεί τη δουλειά του καλλιτέχνη — γι’ αυτό και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να θεωρηθεί συνδημιουργός. Με τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, αντίθετα, ο χρήστης παραλαμβάνει το έτοιμο αποτέλεσμα αφού η παραγωγή έχει ολοκληρωθεί, χωρίς κανέναν ρόλο σε αυτήν από τη στιγμή που θα υποβάλει την προτροπή.

Έλλειψη ελέγχου στο πέρασμα από την ιδέα στην έκφραση. Οι προτροπές δεν καθορίζουν επαρκώς ούτε τα εκφραστικά στοιχεία που θα παραχθούν ούτε τον τρόπο με τον οποίο το σύστημα θα τα μετατρέψει σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Η προτροπή αποτυπώνει την ιδέα του χρήστη, αλλά ο χρήστης δεν ελέγχει τον τρόπο με τον οποίο η ιδέα θα εκφραστεί. Όπου μάλιστα δεν έχουν δοθεί οδηγίες —ακόμη και για στοιχεία απαραίτητα, που όμως ξέφυγαν από την προσοχή του χρήστη— τα κενά τα καλύπτει το σύστημα. Το ότι ίδιες προτροπές μπορούν σε διαφορετικές στιγμές να δώσουν διαφορετικά αποτελέσματα δείχνει ακόμη καθαρότερα πόσο περιορισμένος είναι αυτός ο έλεγχος.

Ο κόπος βελτίωσης των προτροπών δεν μετράει. Το prompting απαιτεί συχνά πολλές διαδοχικές αναθεωρήσεις («prompt engineering») μέχρι να δώσει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο κόπος αυτός όμως δεν έχει σημασία, γιατί η προστασία καλύπτει μόνο την πρωτότυπη δημιουργία, ανεξάρτητα από την εργασία που καταβλήθηκε. Άλλωστε, η υποβολή μιας αναθεωρημένης προτροπής δεν φαίνεται προς το παρόν ουσιωδώς διαφορετική από την υποβολή μίας και μόνο προτροπής: μοιάζει περισσότερο με νέα ζαριά, που κάνει το σύστημα να παραγάγει κι άλλα αποτελέσματα χωρίς να προσδίδει στον χρήστη τον έλεγχο που απαιτείται.

Την ίδια αρχή επιβεβαίωσε και η απόφαση του Δημοτικού Δικαστηρίου της Πράγας, κρίνοντας ότι η απλή συγγραφή μιας προτροπής για την εξ ολοκλήρου παραγωγή ενός έργου δεν αρκεί, κατά κανόνα, για να θεμελιώσει την ιδιότητα του δημιουργού.

Οι αρχές αυτές ενδέχεται πάντως να εξελιχθούν, ανάλογα με το πώς θα αντιμετωπίσουν το δίκαιο και η πολιτική τη σχέση προτροπής και αποτελέσματος. Στην υπόθεση του Μονάχου, για παράδειγμα, το δικαστήριο δέχθηκε ότι οι διαδοχικές απόπειρες του χρήστη κατά το prompting μπορεί να οδηγήσουν σε αποτέλεσμα που αντανακλά την προσωπικότητά του.

Όταν η μηχανή τροποποιεί ανθρώπινο υλικό

Σε αρκετά παραγωγικά εργαλεία, το υλικό που δίνει ο χρήστης διατηρείται σε σημαντικό βαθμό μέσα στο αποτέλεσμα. Έτσι, οι χρήστες μπορούν να τα αξιοποιήσουν για να τροποποιήσουν, να προσαρμόσουν ή να μεταφράσουν δικά τους έργα. Ένας προγραμματιστής, λόγου χάρη, μπορεί να ζητήσει από ένα τέτοιο εργαλείο να εντοπίσει και να διορθώσει αυτόματα σφάλματα ή συντακτικά λάθη στον κώδικά του. Η περίπτωση θυμίζει την Andrien: ο ενάγων είχε ήδη υλοποιήσει την ιδέα του και είχε φτάσει σε προστατεύσιμη έκφραση με τη συλλογή χαρτών, πριν ζητήσει τη βοήθεια του τυπογράφου για την τελική επεξεργασία.

Όταν κάποιος εισάγει σε ένα LLM δικό του, ανθρώπινα δημιουργημένο και προστατεύσιμο περιεχόμενο, το τροποποιημένο αποτέλεσμα μπορεί να εξακολουθήσει να του ανήκει και να προστατεύεται — αρκεί να διατηρεί αρκετά, αναγνωρίσιμα και αντιληπτά χαρακτηριστικά της αρχικής ανθρώπινης δημιουργίας. Η δημιουργική έκφραση που παραμένει ορατή στο τροποποιημένο αποτέλεσμα μπορεί να προστατεύεται με τρόπο ανάλογο με εκείνον που ισχύει σήμερα για τα παράγωγα έργα. Ειδικά στον πηγαίο κώδικα, το ανθρώπινο υλικό εισόδου περιορίζει συνήθως τις δυνατές μορφές που μπορεί να πάρει το τροποποιημένο αποτέλεσμα, με συνέπεια αυτό να διατηρεί τα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης προέλευσής του.

Τροποποίηση και αναδιάταξη του παραγόμενου υλικού

Το γεγονός ότι επιμέρους στοιχεία ενός έργου δεν προστατεύονται δεν εμποδίζει την προστασία του έργου συνολικά. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για το λογισμικό, όπου τα στοιχεία που παράγονται από LLM χρησιμοποιούνται συχνά ως δομικά υλικά ενός μεγαλύτερου έργου.

Η παραγωγή περιεχομένου με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης είναι εξάλλου συχνά ένα πρώτο ή ενδιάμεσο στάδιο: πάνω στο παραγόμενο υλικό προστίθενται ή ενσωματώνονται ανθρώπινες συνεισφορές πριν το έργο παρουσιαστεί ολοκληρωμένο. Όπως προκύπτει από την Burrow-Giles, η μη προστασία των επιμέρους στοιχείων δεν αποκλείει την προστασία του συνόλου, εφόσον τα ανθρώπινα δημιουργικά στοιχεία στο σύνολο του έργου ξεπερνούν ένα ορισμένο κατώφλι.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η διαφορά για το κόμικ «Zarya of the Dawn» της Kris Kashtanova στις ΗΠΑ. Η δημιουργός είχε αρχικά λάβει επίσημη αναγνώριση δικαιωμάτων από το Γραφείο Πνευματικής Ιδιοκτησίας το 2022, το Γραφείο όμως ανακάλεσε εν μέρει την αναγνώριση όταν διαπίστωσε ότι οι εικόνες του βιβλίου είχαν φτιαχτεί με το λογισμικό παραγωγής εικόνων Midjourney.

Στην ανάλυσή του, το Γραφείο επανέλαβε ότι οι εικόνες που παρήγαγε εξ ολοκλήρου το Midjourney δεν προστατεύονται. Διαπίστωσε ωστόσο ότι το κείμενο το είχε γράψει εξ ολοκλήρου η ίδια η Kashtanova και άρα προστατεύεται ως προϊόν ανθρώπινης δημιουργίας. Πέρα από το κείμενο, έκρινε επίσης ότι ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε και διέταξε τις μη προστατεύσιμες εικόνες μαζί με το κείμενό της ήταν αρκετά δημιουργικός ώστε να αντανακλά τη δική της δημιουργία. Έτσι, η προστασία κάλυψε τελικά το κείμενο και τη συνολική σύνθεση του βιβλίου, όχι όμως και τις επιμέρους εικόνες.

Η υπόθεση φωτίζει άμεσα το ζήτημα του λογισμικού, όπου τα παραγόμενα στοιχεία λειτουργούν κι εκεί ως δομικά υλικά ενός μεγαλύτερου έργου. Το Zarya of the Dawn μπορεί να ιδωθεί ανάλογα με τη χρήση ή τη σύνδεση διαφόρων συναρτήσεων και μονάδων σε ένα έργο λογισμικού: οι προγραμματιστές επαναχρησιμοποιούν συχνά στοιχεία στα οποία δεν έχουν δικαιώματα, και η χρήση αυτή δεν τους επιτρέπει να τα διεκδικήσουν ως δικά τους — δικαιούνται όμως προστασία για το πρόγραμμα που έφτιαξαν συνολικά. Όπως οι δημιουργικές επιλογές της Kashtanova στη σύνθεση των εικόνων, έτσι και η σύνθεση, η διάταξη και η εσωτερική δομή ενός προγράμματος μπορούν να θεωρηθούν αρκετά δημιουργικές, εφόσον τις υλοποίησε άνθρωπος.

Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι όποιος θέλει να διεκδικήσει δικαιώματα στο πρόγραμμά του και να το αδειοδοτήσει ως Ελεύθερο Λογισμικό οφείλει να το δομήσει ο ίδιος. Το LLM δεν πρέπει να παράγει ολόκληρο το πρόγραμμα· πρέπει να λειτουργεί ως εργαλείο υποστήριξης στην υλοποίηση των δικών του ιδεών.

Προσβολή δικαιωμάτων

Προβλήματα μπορούν επίσης να προκύψουν όταν το εργαλείο αναπαράγει κάτι που ήδη προστατεύεται — ή κάτι αρκετά κοντινό ώστε να θεμελιώνεται αξίωση. Ο κίνδυνος αυτός αφορά ιδίως εργαλεία εκπαιδευμένα σε δεδομένα που περιλαμβάνουν προστατευόμενο υλικό, ενώ η πιθανότητα μεταβάλλεται ανάλογα με διάφορους παράγοντες, όπως ο τρόπος διατύπωσης των προτροπών και οι παράμετροι εκπαίδευσης του μοντέλου.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αναπαραγωγή προστατευόμενου υλικού —όπως και η διανομή ή η δημοσίευσή του— συνιστά προσβολή δικαιωμάτων. Στις περισσότερες χώρες η προσβολή θεμελιώνει αντικειμενική ευθύνη: η πρόθεση δεν απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί υπαιτιότητα. Το «δεν ήξερα ότι το LLM αντέγραψε αυτό το έργο» δεν αποτελεί, με άλλα λόγια, βάσιμο ισχυρισμό υπεράσπισης.

Η ευθύνη βαρύνει κατά κανόνα εκείνον που διανέμει το υλικό, δηλαδή τον χρήστη και όχι τον κατασκευαστή του LLM. Η παραδοσιακή αυτή αντίληψη δοκιμάζεται όμως από την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης. Στην εκκρεμή υπόθεση Author’s Guild κ.λπ. κατά OpenAI, λόγου χάρη, τα αμερικανικά δικαστήρια εξετάζουν ακόμη αν η αναπαραγωγή προστατευόμενων έργων στα αποτελέσματα συνιστά «παράγωγο έργο» ή απλή αντιγραφή. Μέχρι να υπάρξει μεγαλύτερη νομική βεβαιότητα, αξίζει να έχουμε τα ζητήματα αυτά υπόψη όταν χρησιμοποιούμε τα διαθέσιμα LLM.

Υπάρχουν πάντως και προσπάθειες για μοντέλα εκπαιδευμένα σε «ασφαλή» δεδομένα. Το GPT-NL Public Corpus στις Κάτω Χώρες, για παράδειγμα, στηρίζεται σε δεδομένα που έχουν επιλεγεί με γνώμονα τη νομική συμμόρφωση —δημόσιο και ελεύθερα αδειοδοτημένο περιεχόμενο— ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος προσβολής δικαιωμάτων.

Θεσμική αναγνώριση δικαιωμάτων σε υποβοηθούμενα έργα

Όπως είδαμε, οι γενικές αρχές του δικαίου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το υλικό που παράγει ένα LLM δεν προστατεύεται και ανήκει στον δημόσιο τομέα. Αν όμως συνυπάρχει με ένα ορισμένο ποσοστό ανθρώπινης δημιουργίας, το έργο μπορεί να θεωρηθεί συνολικά υποβοηθούμενο ή τροποποιημένο από LLM και να τύχει προστασίας. Ορισμένες χώρες κάνουν πλέον βήματα για να κωδικοποιήσουν την αναγνώριση αυτή στην εθνική τους νομοθεσία.

Στην Ιταλία, νέος νόμος για τις τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης τέθηκε σε ισχύ τον Οκτώβριο του 2025. Προσθέτει το επίθετο «ανθρώπινη» στον ορισμό των πνευματικών έργων στο άρθρο 1 του ιταλικού νόμου περί πνευματικής ιδιοκτησίας του 1941 και διευκρινίζει ότι η προστασία καλύπτει έργα ανθρώπινης επινοητικότητας που δημιουργήθηκαν με τη βοήθεια LLM, εφόσον αποδεικνύεται ότι είναι αποτέλεσμα της πνευματικής εργασίας του ίδιου του δημιουργού.

Η Ουκρανία ακολούθησε διαφορετικό δρόμο, θεσπίζοντας ένα εναλλακτικό πλαίσιο για τα έργα που παράγονται ή υποβοηθούνται από LLM: ένα δικαίωμα sui generis. Νομικά, ως sui generis χαρακτηρίζεται ένα δικαίωμα που αφορά πράγματα τόσο ιδιαίτερα ώστε να μη χωρούν στις παραδοσιακές κατηγορίες και να χρειάζονται δική τους, μοναδική κατάταξη.

Για μοναδικά αποτελέσματα που παράγει ένα πρόγραμμα υπολογιστή, το άρθρο 33(2) του ουκρανικού νόμου 2811-IX περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων απονέμει δικαιώματα sui generis στους δημιουργούς του προγράμματος, στους κληρονόμους τους, σε όσους τους μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά δικαιώματα, ή στους νόμιμους χρήστες του προγράμματος. Για τα μέρη του έργου που δημιούργησαν άνθρωποι εξακολουθούν βέβαια να ισχύουν οι παραδοσιακές αρχές.

Στην πράξη, το ουκρανικό δίκαιο επιτρέπει πλέον στους κατασκευαστές ιδιόκτητων συστημάτων LLM και στους χρήστες τους να απολαμβάνουν δικαιώματα που παραδοσιακά ανήκουν στους δικαιούχους: να ελέγχουν και να αδειοδοτούν το παραγόμενο περιεχόμενο και να περιορίζουν τη μη εξουσιοδοτημένη χρήση του. Τα ουκρανικά δικαστήρια δεν έχουν ασχοληθεί ακόμη με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του νόμου, ενώ τα δικαιώματα αυτά δεν έχουν γίνει δεκτά από την πλειονότητα των κρατών μελών της ΕΕ.

«Copyfraud» και απόκρυψη της χρήσης τεχνητής νοημοσύνης

Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, οι ισχύοντες κανόνες απαιτούν από τους προγραμματιστές σημαντικό κόπο για να κρίνουν αν το έργο τους προστατεύεται όταν έχουν χρησιμοποιήσει υλικό παραγόμενο από τεχνητή νοημοσύνη. Επιπλέον, είναι σχεδόν αδύνατο να διαπιστωθεί με βεβαιότητα αν μια συγκεκριμένη γραμμή κώδικα γράφτηκε από άνθρωπο ή από μηχανή. Έτσι, το αν θα μάθουμε ποτέ ότι ένα αποθετήριο περιέχει κώδικα παραγόμενο από τεχνητή νοημοσύνη εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την καλή πίστη όσων συνεισφέρουν σε αυτό.

Ορισμένοι προγραμματιστές μπορεί, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, να μπουν στον πειρασμό να αποκρύψουν τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, ώστε να αποφύγουν τις περιπλοκές στην αδειοδότηση και στη σύνταξη των σημειωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας του έργου τους. Όσο ευκολότερο όμως κι αν φαίνεται βραχυπρόθεσμα, μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά νομικά προβλήματα στη συνέχεια: ακόμη κι αν το περιεχόμενο που παράγει η τεχνητή νοημοσύνη δεν προστατεύεται, μπορεί κάλλιστα να προσβάλλει δικαιώματα τρίτων, όταν μοιάζει ή ταυτίζεται με προστατευόμενα δεδομένα εκπαίδευσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι, όπως επισημαίνει το Software Freedom Conservancy (SFC), ορισμένοι υπεύθυνοι έργων Ελεύθερου Λογισμικού έχουν υιοθετήσει πολιτική μηδενικής ανοχής απέναντι σε συνεισφορές παραγόμενες από τεχνητή νοημοσύνη — ακριβώς για να ελαφρύνουν το ολοένα βαρύτερο φορτίο ελέγχου που σηκώνουν οι συντηρητές των έργων.

Συστάσεις για τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης σε συνεισφορές Ελεύθερου Λογισμικού

Με αυτά ακριβώς τα ζητήματα καταπιάνονται οι πρόσφατα δημοσιευμένες Recommendations When Using LLM-Backed Generative AI Systems for FOSS Contributions του SFC, που καταγράφουν τις νομικές δυσκολίες τις οποίες δημιουργούν τα παραγωγικά συστήματα σε όσους γράφουν, συντηρούν ή συνεισφέρουν σε έργα Ελεύθερου Λογισμικού.

Ιδιαίτερα σημαντική εδώ είναι η σύσταση για πλήρη καταγραφή και γνωστοποίηση του πώς και του πότε χρησιμοποιήθηκε κάποιο εργαλείο τεχνητής νοημοσύνης. Όπως αναφέρει το SFC:

«Οι υπεύθυνοι έργων FOSS δεν μπορούν να λάβουν καλές αποφάσεις πολιτικής για τα συστήματα LLM-gen-AI αν δεν μπορούν να καταγράψουν ποιες συνεισφορές υποβοηθήθηκαν και σε ποιον βαθμό. Η διαδικασία συνεισφοράς θα πρέπει να περιλαμβάνει, κατ’ ελάχιστον, γνωστοποίηση του συστήματος LLM-gen-AI που χρησιμοποιήθηκε, της έκδοσής του (καθώς τα συστήματα αυτά αλλάζουν με τον χρόνο) και μια σύντομη περιγραφή του πώς βοήθησε τον συνεισφέροντα. Η πληροφορία αυτή θα πρέπει να καταγράφεται σε μηχαναγνώσιμη μορφή στα commit logs.»

Μια τέτοια γνωστοποίηση είναι πράγματι το θεμέλιο για να μπορεί να αξιολογηθεί με ακρίβεια αν ο κώδικας που γράφτηκε με τη βοήθεια εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης προστατεύεται και, κατ’ επέκταση, αν μπορεί να αδειοδοτηθεί ως Ελεύθερο Λογισμικό. Η ανοιχτή και σαφής γνωστοποίηση βοηθά την κοινότητα να διατηρήσει ένα υγιές οικοσύστημα αδειοδότησης, το οποίο σήμερα απειλείται από τη νομική αβεβαιότητα που έφερε η παραγωγική τεχνητή νοημοσύνη.

Αξίζει τέλος οι προγραμματιστές να τεκμηριώνουν, με όποιον τρόπο τους εξυπηρετεί, την έκταση της δικής τους εργασίας στα έργα τους: τη συγγραφή του κώδικα, την επιλογή και τη διάταξη των συστατικών του έργου, ή το πόσο τροποποίησαν οι ίδιοι το μηχανικά παραγόμενο υλικό.

Πηγή άρθρου: https://fsfe.org/

Leave a Comment