ΕΛ/ΛΑΚ | creativecommons.gr | mycontent.ellak.gr |
freedom

Η νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου

Νίκος Δ. Λαγαρίας,  δικηγόρος

O Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έθεσε σε δημόσια διαβούλευση, από την 2.5.2017 μέχρι την 12.6.2017, ένα σχέδιο νόμου για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου.


(Μπορείτε να δείτε το σχέδιο νόμου εδώ: http://www.opengov.gr/ministryofjustice/wp-content/uploads/downloads/2017/05/sxedio_nomou_filo_paidi.pdf)
Ο εισηγητής Υπουργός έκανε στις 17.5.2017 την παρακάτω έγγραφη δήλωση, από την οποία αναδεικνύεται κατά τρόπο ευσύνοπτο ο προσανατολισμός της προτεινόμενης νομοθετικής ρύθμισης:
« … αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην φυλομετάβαση για τα άτομα τα οποία δεν αισθάνονται οικεία με το καταχωρισμένο φύλο τους. Χωρίς προαπαιτούμενα, χωρίς προηγούμενη ιατρική επέμβαση, χωρίς ψυχιατρική εξέταση, με την απλή, γρήγορη, μη κοστοβόρα διαδικασία που προβλέπεται για κάθε Έλληνα πολίτη που επιθυμεί να μεταβάλει κάποιο στοιχείο της ταυτότητάς του … ».
Το σχέδιο νόμου αφορά στους τρανς ανθρώπους (διεμφυλικούς) και οι έννοιες που πραγματεύεται δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές. Για τον λόγο αυτό ακολουθούν εννοιολογικοί ορισμοί από τον «Οδηγό διαφορετικότητας» του Συνηγόρου του Πολίτη, με τίτλο «Ποιόν έχω απέναντί μου» (https://www.synigoros.gr/resources/web.pdf, ενότητα 5, «κοινωνικό φύλο», σελ. 31-32):
 «Κοινωνικό φύλο, Περιγραφή: Το κοινωνικό φύλο είναι το σύνολο των χαρακτηριστικών, συμπεριφορών κι ενδιαφερόντων με τα οποία το κάθε άτομο εντάσσεται στην κοινωνία των ανθρώπων. Βασίζεται κυρίως στην αυτοαντίληψη του κάθε ατόμου για το φύλο του, σε συνδυασμό με τους κοινωνικούς παράγοντες που ισχύουν σε μια δεδομένη κοινωνία, μια δεδομένη χρονική στιγμή. Το κοινωνικό φύλο κάθε ατόμου δεν συμπίπτει εξ ορισμού με το βιολογικό του φύλο. Είναι σημαντικό να τονισθεί ότι δεν πρέπει να συγχέουμε τα άτομα που κοινωνικοποιούνται με κοινωνικό φύλο διαφορετικό από το βιολογικό τους με αυτά που έχουν ομοερωτικό σεξουαλικό προσανατολισμό. Η διαδικασία με την οποία το άτομο εναρμονίζει το βιολογικό με το κοινωνικό του φύλο, όταν αυτά είναι διαφορετικά, ονομάζεται διαδικασία επαναπροσδιορισμού κοινωνικού φύλου και τα άτομα που βρίσκονται στην διαδικασία αυτή ή την έχουν ολοκληρώσει ονομάζονται διεμφυλικά άτομα. Η διαδικασία αυτή μπορεί να είναι αμιγώς ψυχολογική, ή να έχει και ιατρικές πτυχές, όπως λ.χ. ορμονοληψία και χειρουργικές επεμβάσεις. Ωστόσο, η ολοκλήρωση της ιατρικής διαδικασίας επαναπροσδιορισμού φύλου δεν αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να υπάρξει σεβασμός στην διεμφυλική προσωπικότητα του ατόμου. Η προσωπικότητα αυτή πρέπει να γίνεται σεβαστή ως έκφραση αυτοαντίληψης και αυτοπροσδιορισμού, ανεξαρτήτως των επιλογών που θα κάνει το άτομο για την πορεία του επαναπροσδιορισμού του. Η φοβία που αντιτάσσει η κοινωνία στα διεμφυλικά άτομα, λέγεται τρανσφοβία».


Η νομολογία και η ratio των προτεινόμενων ρυθμίσεων

Η εθνική έννομη τάξη συνδέεται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΣΔΑ) και τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το οποίο έχει ήδη κρίνει, με την απόφασή του στην υπόθεση Christine Goodwin κατά Ηνωμένου Βασιλείου [(application no. 28957/95), 11 Ιουλίου 2002], ότι η απουσία νομικής αναγνώρισης της νέας ταυτότητας φύλου ενός τρανσεξουαλικού ατόμου συνιστά παραβίαση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου («Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής»), όπως και ότι η αδυναμία ενός τρανσεξουαλικού ατόμου να συνάψει γάμο με πρόσωπο του φύλου στο οποίο ανήκε πριν από την εγχείριση αλλαγής φύλου, και η οποία αδυναμία οφειλόταν στο γεγονός ότι, από απόψεως αστικής/ληξιαρχικής κατάστασης, ανήκαν αμφότερα στο ίδιο φύλο δεδομένου ότι η νομοθεσία του Ηνωμένου Βασιλείου δεν επέτρεπε τη νομική αναγνώριση του νέου φύλου του, συνιστά προσβολή του δικαιώματός του να συνάψει γάμο κατά την έννοια του άρθρου 12 της ΕΣΔΑ («Δικαίωμα συνάψεως γάμου»).
Σε συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή το Ηνωμένο Βασίλειο θέσπισε το 2004 το Νόμο περί Αναγνώρισης Φύλου (UK Gender Recognition Act 2οο4).
(http://www.legislation.gov.uk/ukpga/2004/7/contents?view=plain).

 

Στην ελληνική νομοθεσία δεν υφίσταται ad hoc ρύθμιση, ωστόσο πρέπει να επισημανθεί ότι το θέμα αντιμετωπίζεται νομολογιακά από πολλών ετών.
Πρώτα απ’ όλα πρέπει να παρατηρηθούν δύο πράγματα:
Πρώτον, σε ό,τι αφορά στον αριθμό των φύλων, έχει κριθεί ότι από  τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34 έως 60 του ΑΚ περί προσωπικής κατάστασης, συνάγεται εμμέσως πλην σαφώς ότι ο Αστικός Κώδικας, όπως και το προϊσχύσαν αυτού δίκαιο, «δύο μόνον φύλα του ανθρώπινου γένους αναγνωρίζει. Δηλαδή το αρσενικό και το θηλυκό. Δέχεται όμως και την περίπτωση του ερμαφροδιτισμού, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση ο ερμαφρόδιτος κατατάσσεται οπωσδήποτε στο αρσενικό ή θηλυκό γένος, αναλόγως της φύσης που επικρατεί» [Μον. Πρωτ. Δράμας 68/1972 (εκούσια δικαιοδοσία), δημοσ. σε ΝοΒ 20, 1084, Δήμητρα Κοντόγιωργα – Θεοχαροπούλου, ο.π., σελ. 459, με εκεί παραπομπές  σε Τούση, Γεν. αρχαί, παρ. 23 Σόντην εν ΕρμΑΚ υπ’ άρθρ. 34 παρ. 3].
Δεύτερον ότι η ισότητα όλων, ανεξαρτήτως φύλου, είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη.
Στην ελληνική έννομη τάξη «ίσχυε  ανέκαθεν και ισχύει η διαχρονική αναγνώριση του επίκτητου φύλου. Τούτο γίνεται μέσω της διόρθωσης του κρίσιμου στοιχείου της σχετικής ληξιαρχικής πράξης γέννησης, δυνάμει, όμως, σχετικής δικαστικής απόφασης» (Δήμητρα Κοντόγιωργα – Θεοχαροπούλου, «Η δοκιμασία της αρχής της ισότητος των δύο φύλων στην περίπτωση επικτήτου φύλου», στο «Αφιέρωμα Μνήμης στη Γιώτα Κραβαρίτου, Δίκαιο – Εργασία – Φύλο – Ψυχή», εκδόσεις Σάκκουλα, 2011, σελ. 457).
Το Δικαστήριο βεβαιώνει τον επαναπροσδιορισμό του φύλου, από άρρεν σε θήλυ ή αντιστρόφως, αλλά και του κυρίου ονόματος ως στοιχείου της προσωπικότητας, με σκοπό την  διόρθωση (και όχι τη σύνταξη νέας, όπως προτείνει το προωθούμενο σχέδιο νόμου) της οικείας ληξιαρχικής πράξης των ενδιαφερόμενων.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, από νομικής άποψης, διότι η διόρθωση έχει αναδρομικό χαρακτήρα, ισχύει δηλαδή ex tunc και έτσι δίνεται η απαραίτητη διαχρονικότητα στο επαναπροσδιορισμένο φύλο (και όνομα), γεγονός το οποίο ασφαλώς συνάδει με την ανάγκη προστασίας της αξίας των τρανς ανθρώπων και εξασφαλίζει στοιχειωδώς το αναπαλλοτρίωτο και τη συνέχεια της προσωπικής κατάστασης (ΑΚ 34-60), από την άποψη της διατήρησης μίας έμφυλης ταυτότητας, στοιχείο αδιαμφισβήτητα ουσιώδες, καθώς κανένα πρόσωπο δεν θα αισθανόταν άνετα να περιγράφει τον εαυτό του ως ανήκον αδιατάρακτα σε δυο διαφορετικά φύλα, σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του.
Πρόσφατα το Ειρηνοδικείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμόν 418/2016 οριστική απόφασή του (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) που εκδόθηκε επί αίτησης διεμφυλικού, έκρινε ότι η μη αφαίρεση των γυναικείων γεννητικών οργάνων και η μη προσθήκη των χαρακτηριστικών των ανδρικών γεννητικών οργάνων δεν πρέπει να θεωρείται πρόβλημα για τις αλλαγές στην ληξιαρχική πράξη γέννησης, καθόσον αυτές συνιστούν υποχρεωτική στείρωση που παραβιάζει το προαναφερθέν άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) και προσκρούουν στο δικαίωμα για ισότητα και μη επιβολή διακρίσεων των άρθρων 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR).
Επίσης το ίδιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθμόν 1572/2016 οριστική απόφασή του έκρινε μεταξύ άλλων ότι «το να ζητείται η πρόκληση μόνιμης στειρότητας ή άλλης χειρουργικής επέμβασης σαν προαπαιτούμενο της νομικής αναγνώρισης του επιθυμητού φύλου ενός ατόμου, δείχνει ότι δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν το γεγονός ότι ενώ τέτοιου είδους επεμβάσεις είναι συχνά επιθυμητές από διεμφυλικά άτομα, συγχρόνως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ακόμη μία επέμβαση τέτοιου τύπου δεν είναι πάντοτε ιατρικώς δυνατή, διαθέσιμη ή προσιτή από οικονομικής άποψης, ειδικώς όταν δεν καλύπτεται οικονομικά – ασφαλιστικά (Ανθρώπινα Δικαιώματα και Ταυτότητα Φύλου, THOMAS HAMMARBERG).

Aκόμη, η νομική αναγνώριση του φύλου ενδέχεται να εξαρτάται από υπερβολικές απαιτήσεις, όπως είναι η απαίτηση για την απόδειξη στειρότητας ή αδυναμία τεκνοποίησης με φυσικό τρόπο, χειρουργικής αλλαγής φύλου, ορμονικής θεραπείας. Τα ανωτέρω προσκρούουν στο δικαίωμα για ισότητα και μη επιβολή διακρίσεων των άρθρων 2 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) και του άρθρου 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ΙCESCR)ημείωμα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης από 24-6-2013 – COHOM 134 COPS 251 PESC 775)».
Είναι λοιπόν αδιαμφισβήτητο ότι η έννοια της νομικής αναγνώρισης της ταυτότητας φύλου είναι γνωστή στην ελληνική έννομη τάξη και μάλιστα από πολλών ετών, όπως προελέχθη.
Η νομολογία των ελληνικών Δικαστηρίων έχει επιλύσει τα προβλήματα αθόρυβα  και λίαν αποτελεσματικά, κατά τρόπο μάλιστα που διατηρεί δίκαιη ισορροπία μεταξύ των μερικώς συγκρουόμενων συμφερόντων, αυτών δηλαδή των διεμφυλικών αφενός και του δημοσίου συμφέροντος αφετέρου, με σεβασμό στην αρχή του αναπαλλοτρίωτου της προσωπικής κατάστασης, καθώς για τον επαναπροσδιορισμό φύλου ζητείται και λαμβάνεται παγίως υπ’ όψιν από τα Δικαστήρια, ως αναγκαία προϋπόθεση ουσίας, ιατρική γνωμάτευση που αποδεικνύει την διαταραχή ταυτότητας φύλου των αιτούντων.
Επομένως, ratio του προτεινόμενου σχεδίου νόμου δεν μπορεί να θεωρείται ότι είναι η το πρώτον νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου στην Ελλάδα, αφού όπως προελέχθη αυτή εφαρμόζεται απρόσκοπτα στην πράξη, αλλά η νομοθετική αναρρύθμισή της «χωρίς προαπαιτούμενα, χωρίς προηγούμενη ιατρική επέμβαση, χωρίς ψυχιατρική εξέταση, με την απλή, γρήγορη, μη κοστοβόρα διαδικασία που προβλέπεται για κάθε Έλληνα πολίτη που επιθυμεί να μεταβάλει κάποιο στοιχείο της ταυτότητάς του» (οράτε δήλωση του εισηγητή Υπουργού, ως άνω).

Ποιότητα των προτεινόμενων ρυθμίσεων

Η ποιότητα των εκάστοτε νομοθετικών ρυθμίσεων εξαρτάται από την τήρηση των αρχών καλής νομοθέτησης, όπως είναι μεταξύ άλλων η αναγκαιότητα, η αναλογικότητα (καταλληλότητα, εύλογη σχέση μέσου και σκοπού με υιοθέτηση του λιγότερο επαχθούς μέτρου), η απλότητα και η σαφήνεια του περιεχομένου των ρυθμίσεων, η αποφυγή αποκλινουσών από την κατά περίπτωση γενική πολιτική ή αντιφατικών ρυθμίσεων.
Επισημάνθηκε παραπάνω ότι στην ελληνική έννομη τάξη ισχύει ο διαχρονικός (αναδρομικός) επαναπροσδιορισμός φύλου, μέσω της διόρθωσης του κρίσιμου στοιχείου της ληξιαρχικής πράξης γέννησης δυνάμει δικαστικής απόφασης.
Επομένως δύσκολα μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι η υφιστάμενη διαδικασία επαναπροσδιορισμού φύλου στην Ελλάδα δεν καθιστά «εφικτή την αλλαγή του ονόματος και του φύλου στα δημόσια έγγραφα με σύντομο, διαφανή και προσβάσιμο τρόπο» (όπως προβλέπεται στη «Σύσταση CM/Rec(2010)5 της Επιτροπής Υπουργών των κρατών μελών σχετικά με μέτρα για την καταπολέμηση των διακρίσεων λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου»).
Για το λόγο αυτό, δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι το προωθούμενο σχέδιο νόμου  δεν παρίσταται νομικά αναγκαίο, ως έχει, αφού δεν ρυθμίζει παράλληλα, κατά τρόπο ικανοποιητικό, βασικά επιμέρους θέματα του επαναπροσδιορισμού φύλου.
Για παράδειγμα, δεν προτείνονται μ’ αυτό ικανοποιητικές ρυθμίσεις αφομοίωσης του επαναπροσδιορισμού του φύλου στο κοινωνικοασφαλιστικό σύστημα, στη γονική μέριμνα, στον ανταγωνιστικό αθλητισμό (υπό το πρίσμα του fair competition), σε θέματα ενδιαφέροντος ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (π.χ. επαναπροσδιορισμός φύλου στην αλλοδαπή) κλπ.
Επίσης, στο προωθούμενο σχέδιο νόμου προβλέπεται ότι:
Για τον επαναπροσδιορισμό του φύλου απαιτείται πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα, δηλαδή κατά βάση ενηλικίωση, η οποία καταργεί εμμέσως την υφιστάμενη μέχρι σήμερα δυνατότητα για επαναπροσδιορισμό φύλου ανηλίκων, που μπορεί να γίνεται με την κατά νόμον εκπροσώπησή τους ενώπιον των Ειρηνοδικείων (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας).
«Η νέα ληξιαρχική πράξη μπορεί στο εξής να αλλάξει μία φορά, με την ίδια διαδικασία και τις ίδιες προϋποθέσεις». Η προτεινόμενη ρύθμιση πιθανώς δεν ικανοποιεί ούτε την τρανς κοινότητα, διότι ένας τρανς άνθρωπος δεν «νομίζει» ότι είναι τρανς, ούτε «αλλάζει γνώμη» και, πάντως, αφήνει περιθώρια για καταχρηστική άσκηση δικαιώματος από «επιτήδειους», που καμία σχέση δεν έχουν με την τρανς κοινότητα.
«Από την καταχώρισή της στο Ληξιαρχείο η διόρθωση του φύλου του προσώπου ισχύει έναντι όλων. Δικαιώματα, υποχρεώσεις και κάθε είδους ευθύνη του προσώπου, που δημιουργήθηκαν πριν από τη διόρθωση του φύλου, εξακολουθούν να υφίστανται». Δηλαδή, τρανς πρόσωπο που ήταν ανυπότακτο στο στρατό, θα  υπέχει ευθύνες και μετά τον επαναπροσδιορισμό του φύλου του; Θα πρέπει να εκπληρώσει και την στρατιωτική θητεία;
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμα και το Σωματείο Υποστήριξης Διεμφυλικών διατύπωσε αντιρρήσεις, που αφορούν κυρίως στην « … άρση των περιοριστικών προϋποθέσεων για την ανηλικότητα, τον έγγαμο βίο και τα πιστοποιητικά γέννησης υπαρχόντων τέκνων που δημιουργούν πλαίσιο υπερρύθμισης που δεν υπήρχε, καθώς επίσης και για την αλλαγή της διαδικασίας σε εξωδικαστική ώστε να είναι πράγματι γρήγορη, μη γραφειοκρατική και να διασφαλίζει τα θεμελιώδη δικαιώματα των τρανς ανθρώπων …» (οράτε την από 9.6.2017 ανοικτή επιστολή του προς τον Πρωθυπουργό της Χώρας).


«Ιατρικοποίηση» («Medicalization») του επαναπροσδιορισμού φύλου
H απόφαση του ΕΔΔΑ στην  υπόθεση Garçon and Nicot v. France (6.4.2017)
Συμπεράσματα
Στις 6.4.2017 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων εξέδωσε την απόφασή του επί της υπόθεσης Garçon and Nicot c. France http://hudoc.echr.coe.int/eng#{«itemid»:[«001-172556»]}, με την οποία έκρινε ότι η απαίτηση της Γαλλίας για χειρουργική επέμβαση και ορμονική θεραπεία των τρανς ανθρώπων για την επίτευξη ενός μη αναστρέψιμου μετασχηματισμού της σωματικής τους εμφάνισης, την οποία έθετε ως προϋπόθεση για τον επαναπροσδιορισμό του φύλου τους,  παραβιάζει τα δικαιώματά τους στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής (άρ. 8 της ΕΣΔΑ, «Δικαίωμα σεβασμού  της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής»). Επίσης το Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα των τρανς ανθρώπων, έναντι χειρουργικών επεμβάσεων και ορμονοθεραπειών που μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την στείρωση, προστατεύεται από το άρθρο 3 αυτής («Απαγόρευση βασανιστηρίων»), την παραβίαση πάντως του οποίου δεν επικαλέστηκαν οι προσφεύγοντες με την κριθείσα αίτησή τους.
Περαιτέρω το Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο «τρανσεξουαλισμός» (διαταραχή ταυτότητας φύλου / δυσφορία φύλου) εντάσσεται στο κεφάλαιο 5 της Διεθνούς Στατιστικής Ταξινόμησης Νοσημάτων και Συναφών Προβλημάτων Υγείας του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας [International Statistical Classification of Diseases and Related Health Problems 10th Revision (ICD-10)-WORLD HEALTH ORGANIZATION Version for ;2016, Chapter V, Mental and behavioural disorders (F00-F99), F60-F69 Disorders of adult personality and behavior, F64 Gender identity disorders (http://apps.who.int/classifications/icd10/browse/2016/en#/F60-F69)], έκρινε (σκέψεις 142-144) ότι τα συμφέροντα της δεύτερης προσφεύγουσας, που ζήτησε επαναπροσδιορισμό του φύλου της χωρίς να αποδεικνύει το διεμφυλικό της σύνδρομο με ιατρική γνωμάτευση, συγκρούονται μερικώς με το δημόσιο συμφέρον, σε ό,τι ειδικότερα αφορά στη διατήρηση της αρχής του αναπαλλοτρίωτου της προσωπικής κατάστασης (l’indisponibilité de l’état des personnes), στη διασφάλιση της δημόσιας πίστης και της συνοχής της αστικής/ληξιαρχικής κατάστασης (la fiabilité et la cohérence de l’état civil) και στην ασφάλεια δικαίου, καταλήγοντας έτσι στην κρίση ότι η απαίτηση αυτή, για επί της ουσίας απόδειξη του μη αναστρέψιμου διεμφυλικού συνδρόμου, ως προϋπόθεση για τον επαναπροσδιορισμό φύλου, εξασφαλίζει δίκαιη ισορροπία μεταξύ των προαναφερθέντων μερικώς συγκρουόμενων συμφερόντων και δεν παραβιάζει το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ («Δικαίωμα σεβασμού  της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής»).
Κρίθηκε δηλαδή ότι η ιατρική γνωμάτευση συνδρόμου διεμφυλικής διαταραχής και μάλιστα μη αναστρέψιμου χαρακτήρα («caractère irréversible»), παρότι συνιστά κοινωνικό στιγματισμό, αποτελεί την εγγύηση ότι οι άνθρωποι δεν θα αλλάζουν εσφαλμένα το φύλο τους.
Όπως εύκολα προκύπτει από την συγκριτική επισκόπηση, η υποδειγματική νομολογία της ελληνικής Δικαιοσύνης είναι εναρμονισμένη με την νομολογία του ΕΔΔΑ και διασφαλίζει, εκτός από την ικανοποίηση των ουσιαστικών αιτημάτων της τρανς κοινότητας, και τη διαχρονικότητα του επαναπροσδιοριζόμενου φύλου, με πλήρη σεβασμό στην αξία του ανθρώπου.


Επομένως η Κυβέρνηση, που προτείνει μια πιο «απλουστευμένη» διαδικασία επαναπροσδιορισμού φύλου «χωρίς προαπαιτούμενα» και «χωρίς ψυχιατρική εξέταση, με την απλή, γρήγορη, μη κοστοβόρα διαδικασία που προβλέπεται για κάθε Έλληνα πολίτη που επιθυμεί να μεταβάλει κάποιο στοιχείο της ταυτότητάς του», οφείλει να λάβει υπ’ όψιν της την ανωτέρω απόφαση του ΕΔΔΑ, που επιβεβαιώνει την ορθότητα της ελληνικής νομολογίας, και να θεσπίσει, ως αναγκαία προϋπόθεση και κριτήριο για τον επαναπροσδιορισμό φύλου, την ιατρική γνωμάτευση μη αναστρέψιμου διεμφυλικού συνδρόμου, ώστε οι άνθρωποι να μην αλλάζουν εσφαλμένα το φύλο τους.
Άλλως, θα πρόκειται για μια ρύθμιση που σκοπό της δεν θα έχει μόνο την ικανοποίηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των διεμφυλικών, που είναι το ζητούμενο, αλλά και την ιδεολογική «ρευστοποίηση» των βιολογικών φύλων του ανθρώπινου γένους, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται, σε περίπτωση κατάχρησης εκ μέρους μη διεμφυλικών, για την οικογένεια, τα γονεϊκά πρότυπα και τα δικαιώματα του παιδιού.

Leave a Comment